Μετανάστες: «Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού» PDF Εκτύπωση E-mail
16.06.09

Υπό το βάρος της ανόδου ξενοφοβικών κομμάτων και σχημάτων στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση και υπό το καθεστώς του πανικού μίας ακόμη μεγαλύτερης πτώσης των εκλογικών ποσοστών της, η κυβέρνηση «έριξε» στην «πολιτική αγορά» μια σειρά διατάξεων και μέτρων ποινικού και διοικητικού χαρακτήρα, με απώτερο στόχο την εκδίωξη (επαναπροώθηση στη γλώσσα της «φθηνής διπλωματίας») του συνόλου των «περισσευούμενων» μεταναστών. Προς την ίδια κατεύθυνση και η αξιωματική αντιπολίτευση, που μπροστά στο σοβαρό ενδεχόμενο ανάληψης της εξουσίας πλειοδοτεί σε όψιμες καταγγελίες που αφορούν μεταξύ άλλων και στο «κατάντημα της χώρας μας» («ξέφραγο αμπέλι»).

Εύλογα βέβαια ο αναγνώστης θα προβάλλει το καίριο ερώτημα: Από τη στιγμή που το πρόβλημα υφίσταται, από τη στιγμή που περιοχές ολόκληρες τόσο στην Αθήνα όσο και σε περιφερειακές πόλεις έχουν μετατραπεί σε επικίνδυνα γκέτο όπου επωάζεται η εγκληματικότητα, είναι δυνατόν να αδρανούμε ή να εφησυχάζουμε;

Σαφώς και όχι θα απαντούσαμε. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν έχουμε το δικαίωμα ως πολίτες να καταφεύγουμε σε εθνικιστικές υστερίες, ρατσιστικά αναθέματα, ή εύκολες παραπομπές σε «τελικές λύσεις» (που δικαίως παραπέμπουν σε μαζικές «εκκαθαρίσεις» άλλων εποχών).

Αυτό που πρωτίστως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι πως οι μετανάστες δεν είναι «σκουπίδια» αλλά παρίες της παγκόσμιας ανισομερούς ανάπτυξης ή και ακόμη θύματα φρικτών πολεμικών συρράξεων. Ακόμη, πως ο κάθε ένας από αυτούς (τους μετανάστες) συνιστά μία ανθρώπινη οντότητα. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έλεγαν οι Γερμανοί μεταπολεμικά, όταν εκατομμύρια φθηνά χέρια συνέβαλαν στη δημιουργία του οικονομικού τους θαύματος: «Εμείς ζητούσαμε εργαζομένους και μας έρχονταν άνθρωποι». 

Εδώ ας μου επιτραπεί η παράθεση δύο περιστατικών, από τα πολλά που θα μπορούσε να διηγηθεί κανείς αν πραγματικά επιθυμούσε να κατανοήσει το δράμα των μεταναστών.

Το πρώτο: Ήταν φθινόπωρο του 1986. Υπηρετούσα για λίγο καιρό ως προσκεκολλημένος σ’ έναν λόχο πεζικού σε συνοριακή γραμμή του Έβρου, δίπλα στον ποταμό Άρδα. Εκείνη την εποχή (και αργότερα βέβαια) δεκάδες Κούρδοι περνούσαν τα σύνορα αναζητώντας καταφύγιο στην Ελλάδα. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι περιπτώσεις που πάνω στην αγωνιώδη προσπάθειά τους έπεφταν πάνω σε ναρκοθετημένες περιοχές βρίσκοντας τραγικό τέλος. Δόθηκε λοιπόν ρητή διαταγή για την αυστηρή φρούρηση των συνόρων, για την σύλληψη όσων περνούσαν το ποτάμι και για την άμεση «επαναπροώθησή» τους στη Τουρκία. Μάλιστα η διαταγή προέβλεπε και τιμητικές άδειες σ’ όσους συλλάμβαναν λαθρομετανάστες.

Από σύμπτωση παρευρέθηκα στη μεταφορά ενός συλληφθέντος στο φυλάκιο. Ήταν ένας Κούρδος, δάσκαλος στο επάγγελμα που με σπαστά αγγλικά προσπαθούσε να μεταπείσει τους αξιωματικούς του φυλακίου να μην τον ξαναστείλουν πίσω. Με σπαρακτική φωνή που τακτικά έσπαγε σε λυγμούς, εκλιπαρούσε το έλεος των παρευρισκομένων, λέγοντάς τους πως αν επέστρεφε κινδύνευε να τον εκτελέσουν. Οι αξιωματικοί αδυνατώντας να πάρουν την οποιαδήποτε πρωτοβουλία, αφού η διαταγή ήταν ρητή και κατηγορηματική, συνοδεία στρατιωτών των «επαναπροώθησαν». Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια από τότε, αλλά οι λυγμοί αυτού του ανήμπορου ανθρώπου παραμένουν ζωντανοί στη μνήμη μου.

Το δεύτερο: Αρχές της δεκαετίας του ’90. Ιούνιος μήνας. Παρέα τριών φίλων έχουμε πάει για μπάνιο μια καθημερινή σε περιοχή κοντά στην Κάριανη. Κάποια στιγμή και ενώ καθόμαστε σχεδόν ολομόναχοι σε μία ακτίνα χιλιομέτρων βλέπουμε από απόσταση μία ανθρώπινη φιγούρα να μας πλησιάζει με ασταθή βήματα. Όταν βρέθηκε κοντά μας είδαμε πως πρόκειται για έναν εξαθλιωμένο, νέο σχετικά άνθρωπο, με ρούχα βρωμισμένα από οικοδομικές εργασίες, που κυριολεκτικά έσερνε τα βήματά του πάνω στην άμμο. Ανησυχήσαμε (μην πω, πως τρομάξαμε) και ανασηκωθήκαμε γεμάτοι περιέργεια. Με τα ελάχιστα ελληνικά που ήξερε (ήταν Αλβανός) μας παρακάλεσε να του δώσουμε λίγο νερό. Το μόνο που ήθελε ήταν λίγο νερό. Είχε κυριολεκτικά στεγνώσει. Δεν είχαμε μαζί μας και του είπαμε να μας ακολουθήσει. Σε αρκετή απόσταση ήταν μια πιτσαρία. Ο κύριος που ήταν εκεί του προσέφερε νερό. Έπινε ασταμάτητα. Λες και είχε να πιει μέρες. Προσφερθήκαμε να του παραγγείλουμε μια πίτσα. Στο ενδιάμεσο μας έδωσε να καταλάβουμε πως δουλεύει εργάτης σ’ ένα σπίτι που κτίζεται πάνω από τον κεντρικό δρόμο και πως εκεί δεν υπάρχει στάλα πόσιμου νερού. Όταν τον ρωτήσαμε για το αφεντικό του (τον εργολάβο) μας είπε πως μας αφήνει το πρωί και μας παίρνει το βράδυ. Ήρθε η πίτσα. Παρότι ζεματούσε την «τσάκισε» κυριολεκτικά. Ο κύριος του μαγαζιού μας εξήγησε πως πολλοί άλλοι σαν κι’ αυτόν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αφού με τους μετανάστες  κινείται η οικοδομή στην περιοχή. Μάλιστα στο τέλος των εργασιών κάποιοι από τους εργολάβους ειδοποιούν την Αστυνομία για να τους συλλάβει ως παράνομους εργάτες, γλιτώνοντας έτσι κάποια μεροκάματα.

Είχε ξυπνήσει το «αριστερό μας μένος». Σκεφθήκαμε να τον πάμε μέχρι την οικοδομή και να περιμένουμε το «αφεντικό». Να του τα πούμε «ένα χεράκι», έτσι για να βγάλουμε το άχτι μας. Ο Αλβανός στο βαθμό βέβαια που καταλάβαινε τις προθέσεις μας, δεν έδειχνε να συμφωνεί. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να μη χάσει το μεροκάματο. Όταν πλησιάσαμε στην οικοδομή αντικρίσαμε ένα αυτοκίνητο πολυτελείας σταθμευμένο από έξω. Το αφεντικό είχε έρθει για να «παραλάβει» τους εργάτες. Πριν προλάβουμε να κάνουμε οτιδήποτε (δεν είμαι και πολύ σίγουρος για το αν θα κάναμε κάτι) ο Αλβανός έτρεξε προς το μέρος του αυτοκινήτου, μπήκε μέσα και εν ριπή οφθαλμού το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε.

Πάνω σ’ αυτούς τους ανθρώπους τα προσεχή χρόνια θα στήνονταν το όνειρο της «ισχυρής Ελλάδας».

Το τρίτο περιστατικό είναι πολύ πρόσφατο και απασχόλησε σοβαρά ένα σημαντικό κομμάτι της κοινής γνώμης. Αφορά στην βουλγάρα Κούνεβα, που σύγχρονοι δουλέμποροι τη βούτηξαν σε βιτριόλι για να την τιμωρήσουν, επειδή τόλμησε να διεκδικήσει να νόμιμα δικαιώματά της.

Ο καθείς από εμάς θα μπορούσε να απαριθμήσει σωρεία ανάλογων περιστατικών που καταδεικνύουν τα δράματα που ζουν ή έζησαν πολλοί από τους μετανάστες, στην προσπάθειά τους να μπορέσουν να επιβιώσουν. Και δυστυχώς δεν χρειάζεται να πάμε και πολύ μακριά, αφού ακόμη και σήμερα ένα μεγάλο μέρος των αγροτικών εργασιών στον κάμπο γίνεται από παράνομους λαθρομετανάστες. 

Ωραία όλα αυτά που μας λες, θα πει εκ νέου ο αναγνώστης, αλλά με τα υπαρκτά προβλήματα που δημιουργεί η συνεχής συσσώρευση των λαθρομεταναστών τι θα γίνει;

Φυσικά και δεν είμαι (δεν είμαστε γενικά) σε θέση να δώσω απάντηση. Πολύ δε περισσότερο που το συγκεκριμένο πρόβλημα αφορά στο σύνολο την Ευρωπαϊκή κοινότητα, που σημαίνει πως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μονομερώς. Μόνον με έναν πανευρωπαϊκό σωστό συντονισμό των κυβερνήσεων και πάντα προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης των αιτιών που το δημιουργούν, μπορεί να γίνει κάτι.

«Τα παγκόσμια προβλήματα απαιτούν παγκόσμιες λύσεις» έγραφε ο Δημήτρης Τσιόδρας στην «Ελευθεροτυπία» της Κυριακής, για να κλείσει με το παρακάτω σχόλιο: «…Ζούμε με αυταπάτες αν νομίζουμε ότι θα είμαστε ασφαλείς μέσα σε μια θωρακισμένη Μερσεντές όταν περνάμε από λασπότοπους και δίπλα μας υπάρχει φτώχεια και δυστυχία».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas