Φαντάσματα στην κίβδηλη πόλη PDF Εκτύπωση E-mail
26.04.10

Αργά τα βράδια, τις ώρες που η πόλη κοιμάται παλεύοντας με τους εφιάλτες της ημέρας, κάποιοι μένουν ξάγρυπνοι προσπαθώντας να αφουγκραστούν τον ήχο της σιωπής. Βγαίνουν στο μικρό μπαλκόνι της πολυκατοικίας τους, κοιτούν τους έρημους δρόμους της πόλης, περιφέρουν αργά το βλέμμα στα σκοτεινά παράθυρα των απέναντι οικοδομών, κοιτούν με ενδιαφέρον δύο τρεις φιγούρες ξενυχτισμένων νεαρών που σέρνουν τα βήματά τους στα πεζοδρόμια, απολαμβάνοντας τη νωχελική αίσθηση του χρόνου. Αίσθηση μοναδική που μόνον τις μικρές ώρες της ημέρας μπορεί κανείς να νοιώσει.

Ώρα μετά, καθισμένοι στο γραφείο τους, σκυμμένοι πάνω από τον υπολογιστή τους, με το τσιγάρο αναμμένο στο πλάι και τη μουσική μόλις που να ακούγεται, πληκτρολογούν λέξεις μέσα από τις οποίες απλώνουν σκέψεις και συναισθήματα. Χωρίς την ανάγκη να θέλουν να εκφράσουν κάτι το συγκεκριμένο, περισσότερο από την ανάγκη να συνομιλήσουν με τον εαυτό τους. Σαν μία ανέξοδη ψυχοθεραπεία.

Είναι τα «φαντάσματα της κίβδηλης πόλης». Αυτά που αγρυπνούν, όχι για να φοβίσουν τις ταραγμένες συνειδήσεις μας, αλλά αντίθετα για να ξορκίσουν τους δικούς τους φόβους και ίσως για να κερδίσουν την εκτίμηση που η «κίβδηλη» πόλη τους έχει στερήσει.

Κάποιες στιγμές, σε μία από τις ατέλειωτες νύχτες, αυτές οι λέξεις «γονιμοποιούν» μικρά «σπαράγματα» ψυχής, που φαντάζουν όπως τα αγριολούλουδα στη γωνιά μιας βρώμικης οικοδομής. Τότε «μεταφυτεύονται» στο διαδίκτυο, ώστε να βρουν γόνιμο έδαφος για να ανθήσουν.

Με τον τρόπο αυτό φτιάχνονται καθημερινά δεκάδες, εκατοντάδες μικρές κοινότητες ανθρώπων που μπορούν και μοιράζονται αυτό που πραγματικά έχουν ανάγκη, τις μικρές, αλλά τόσο σημαντικές, στιγμές της καθημερινότητάς τους.

Μία τέτοια μικρή κοινότητα είναι και «τα φαντάσματα» της δικής μας «κίβδηλης» πόλης. «Φαντάσματα» της διπλανής μας πόρτας που μοιράζονται όνειρα, πόθους και κρυφές ελπίδες.

Προχθές στο κέντρο της πόλης μια μικρή ασπρόμαυρη, σχεδόν χειροποίητη αφίσα, τράβηξε το βλέμμα μου. Ήταν μία ακόμη «έξοδος» των «φαντασμάτων» στο κοινό της πόλης. Ξεκόλλησα προσεκτικά την αφίσα με το κείμενο τους, την έβαλα στην τσέπη μου για να την διαβάσω με την άνεση μου.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο ευφάνταστων και ιδιαίτερα ευαίσθητων ανθρώπων. Νομίζω πως ο τίτλος του και μόνον αρκεί για να κεντρίσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών.

Δεν μένει παρά να το μεταφέρω, ως έχει. 
 

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

Έρχεται το Δ.Ν.Τ. Ο Παναθηναϊκός πήρε το πρωτάθλημα. Ο μισθός μειώθηκε. Τα τσιγάρα ακρίβυναν πάλι. Με παίρνουν τηλέφωνο από την τράπεζα για κάρτα που χρωστάω. Η Τζούλια γυρνάει δεύτερο DVD. Τα εμβόλια της γρίπης παραμένουν στις αποθήκες. Οι παππούδες σχολιάζουν τον Καλλικράτη στα χωριά. Ψάχνω δουλειά γιατί είμαι άνεργος εδώ και μήνες. Έπιασαν τα μέλη του επαναστατικού αγώνα. Γυρίζω μόνος τις νύχτες γιατί φοβάμαι να κοιμηθώ μήπως γίνουν εφιάλτες μου, αυτά που λένε στην τηλεόραση. Η καθημερινότητα με βασανίζει αργά και με σκοτώνει σαδιστικά. Έφαγα το τελευταίο κομμάτι σοκολάτας που είχα στην τσέπη…

Μπήκε η άνοιξη και τούτη τη χρονιά… Όλα θα ανατραπούν. Θα ξεβάψουν στο πέρασμα του χρόνου. Δύο πεταλούδες θα υπάρχουν πάντα. Για να μας θυμίζουν αρχέγονες δυνάμεις. Γιατί είμαστε περαστικοί σ’ αυτή τη γη… καλή άνοιξη.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas