Πρόδρομος Μάρκογλου, ο ποιητής της οδύνης PDF Εκτύπωση E-mail
08.01.08

Παρουσίαση του ποιητή Πρόδρομου Μάρκογλου, σε εκδήλωση προς τιμήν του 

Μέσα από την ποίηση αναδύεται η αίσθηση του ανυπεράσπιστου προσώπου

 

Αφετηρία του ενδιαφέροντος του ομιλούντα για την ποίηση του κ. Μάρκογλου υπήρξε η μελέτη της ιστορίας του εμφυλίου πολέμου.

Για έναν μελετητή που δεν έχει ζήσει, ούτε καν τον απόηχο, των τραγικών γεγονότων της δεκαετίας του '40, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μπορέσει να κατανοήσει, το φανατισμό, το απύθμενο μίσος, την ένταση και το πάθος που αυλάκωνε τις ψυχές αυτών που ενεπλάκησαν με έμμεσο ή άμεσο τρόπο στην εξέλιξη του δράματος της εμφύλιας σύρραξης.

Η ιστορία, στην οποία και υποχρεούται να περιηγηθεί ο καθείς ενδιαφερόμενος, στέκεται στα γεγονότα, τα διερευνά, τα αποτιμά, τα τοποθετεί στον διεθνή περίγυρο και αποδελτιωμένα τα παραδίδει στον αναγνώστη. Τα πρόσωπα ανώνυμα ή και επώνυμα, κρίνονται ως μονάδες ενταγμένες μέσα σε συλλογικότητες που σύρονται από τον ρου της Ιστορίας.

Αντιθέτως με την Ιστορία η ποίηση κατά πρώτο λόγο (η λογοτεχνία κατά δεύτερο) απομονώνει το πρόσωπο, του δίνει οντότητα, περιεχόμενο, ρόλο, καθιστώντας το πρωταγωνιστή του δράματος. Το απογυμνώνει και το εκθέτει με τρόπο πολλές φορές βίαιο, στα μάτια του κοινού. 

Αυτήν ακριβώς την αίσθηση του απογυμνωμένου, του ανυπεράσπιστου και ηττημένου προσώπου, όπως αναδύεται μέσα από την κόλαση της εμφύλιας αναμέτρησης, αλλά και μέσα από τα ερείπια που θα αφήσει πίσω της...

αίσθηση φοβερή που θα κατατρέχει για ατέλειωτα χρόνια τις μνήμες όσων πρωταγωνίστησαν...

αυτήν λοιπόν την αίσθηση αναζήτησα στην ποίηση, για να δώσω απαντήσεις σε ερωτήματα που σχετίζονταν με το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον.

Πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά,

κοινή συνισταμένη τους η σπαρακτική κραυγή αγωνίας


 

Ξεκίνησα, την περιδιάβαση, εστιάζοντας την προσοχή μου στους κυριότερους εκφραστές της γενιάς που είθισται να χαρακτηρίζεται ως η πρώτη ποιητική μεταπολεμική γενιά. Ο όρος της ποιητικής γενιάς παρότι είναι γενικώς αποδεκτός επιδέχεται αρκετές επί μέρους ερμηνείες και θεωρήσεις, αφού το ηλικιακό κριτήριο δεν αποτελεί από μόνο του ασφαλές μέτρο ταξινόμησης των δημιουργών. Παρεισφρύουν σειρά άλλων δεδομένων και παραμέτρων που από ένα σημείο και μετά καθιστούν περισσότερο υποκειμενική την αξιολόγηση.

Οι Αναγνωστάκης, Πατρίκιος, Σινόπουλος, Λειβαδίτης, για να αναφερθώ στους επιφανέστερους εκπροσώπους αυτής της γενιάς, μετουσιώνουν, ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο τις ανεπούλωτες πληγές του εμφυλίου σε στίχους πλημμυρισμένους από την αίσθηση της σκοτεινότητας, του κενού, της αυτοκριτικής διάθεσης, του αβάστακτου πόνου για τα «όνειρα που δεν κατοικήθηκαν ποτέ» (χαρακτηριστικός στίχος του Σινόπουλου).  

Η βαθιά ενδοσκόπηση ανείπωτης θλίψης για τους χαμένους συντρόφους, για την ήττα και τα ανεκπλήρωτα οράματα, μετουσιώνεται στο πέρασμα των χρόνων σε μια εσωστρεφή παρατήρηση μίας κοινωνίας σε διαρκή κρίση, που αναζητώντας το δρόμο της διαρρυγνύει με απίστευτη βαναυσότητα τους δεσμούς της με το παρελθόν.

Σ' αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά της μεταγενέστερης πορείας τους, συναντάται, τέμνεται, συνευρίσκεται η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά.

Η γενιά αυτή, πού εμφανίζεται στο κατώφλι της δεκαετίας του '60, δημιουργεί μία νέα ενότητα εξόχως ενδιαφέρουσα, με διακριτά και αναγνωρίσιμα στοιχεία, τα οποία και σηματοδοτούν τη συνολικότερη παρουσία της. 

Κυριότεροι εκφραστές αυτής της θεματικής ενότητας, με αποκλειστικό κριτήριο την υποκειμενική αξιολόγηση, είναι οι:

Μάρκογλου, Νικηφόρου, Ρουμελιωτάκης, Καραβίτης, Κόρφης, Λυκιαρδόπουλος, Νεγρεπόντης, Τσακνιάς, Βιστωνίτης, Ασλάνογλου, Λεοντάρης.

Στους παραπάνω θα μπορούσαμε να περιλάβουμε, αυθαιρετώντας ίσως,  τους Κλείτο Κύρου και Θανάση Κωσταβάρα, των οποίων το θεματικό εύρος της ποιητικής τους δημιουργίας ξεκινά από την πρώτη μεταπολεμική γενιά αλλά αγκαλιάζει τη δεύτερη στην οποία και δείχνει να προσιδιάζει περισσότερο. Εδώ είναι, άλλωστε, που παρεμβαίνει το υποκειμενικό στοιχείο της ανάγνωσης, στο οποίο αναφερθήκαμε πρωτύτερα.

Ο ποιητικός λόγος αυτής της γενιάς, εμφανώς διαφοροποιημένος από αυτόν των προκατόχων τους, ενδύεται μια περισσότερο λυρική διάθεση, γίνεται περίτεχνος, εμπλουτίζεται εκφραστικά, αποκτά παραβολικό χαρακτήρα. Όμως στο βάθος διαπερνάται από την ίδια σπαρακτική κραυγή αγωνίας, πάλλεται από το ίδιο ακριβώς συναίσθημα της δημιουργικής ενδοσκόπησης, που διακρίναμε στην πρώτη γενιά.

Ενδεικτικά επιλέγουμε και παραθέτουμε κάποιους στίχους, από το σύνολο της ποιητικής δημιουργίας της γενιάς που προαναφέραμε,  που δίνουν το στίγμα αυτής της  θεματικής ενότητας: 

«... Ο κόσμος έγινε μια κόγχη αδειανή...

...το τρόπαιο της πίστης μας η χλεύη του κενού...

...οι φίλοι φυτεμένοι σ' άγονα χώματα μες στον αργό τους θάνατο επιζούνε...

...καίνε τα μάτια. Προχωράς με τη γνώση σφιγμένη στα δόντια...

...κουραστήκαμε. Άλλο δε μπορούμε σ' αυτόν τον τόπο εδώ που η ιστορία αναβλύζει σε κάθε μας βήμα...»  

Συνεπαρμένος από τη δύναμη των στίχων, σπαράγματα ψυχής θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε,  δύναμη που θυμίζει τον διαπεραστικό ήχο του ανέμου μέσα από τις κλειστές γρίλιες των παραθύρων στην καρδιά του χειμώνα, θέλησα να επιμείνω στην ανάγνωση, παρατείνοντας την μοναδική αίσθηση που εξέπεμπε αυτή η περιήγηση. Αίσθηση θλίψης, ανείπωτης οδύνης, βαθιάς μελαγχολίας, καίριας αμφισβήτησης και ενδοσκόπησης.

Αυτήν ακριβώς την αίσθηση δύο ήταν οι ποιητές που μου την προσέφεραν απλόχερα. Πρωτίστως ο Πρόδρομος Μάρκογλου και δευτερευόντως ο Κλείτος Κύρου.

Η σύντομη αναφορά μας στο κύριο σώμα του έργου του ενός εκ των δύο, του κ. Πρόδρομου Μάρκογλου, καθώς και στα κύρια χαρακτηριστικά του ποιητικού έργου της γενιάς του, έχει ως κύρια συνισταμένη την κριτική παρουσίαση του Γιώργου Αράγη, διατυπωμένη ως εισαγωγή στο βιβλίο με τον τίτλο «η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά», από τις εκδόσεις «παρατηρητής».

Σύμφωνα, λοιπόν με τον Αράγη η δεύτερη μεταπολεμική γενιά αισθάνθηκε αλληλέγγυα και , συναισθηματικά, πολύ κοντά στην πρώτη. Με τη διαφορά ότι η πρώτη, έστω και για λίγο, ανέβηκε στη σκηνή και έζησε έντονα το ρόλο του πρωταγωνιστή της ιστορίας, Κάτι που σημάδεψε ανεξίτηλα τον ψυχισμό των δημιουργών της. Η δεύτερη γενιά στερήθηκε ουσιαστικά κάθε ενεργό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι της χώρας. Κι αυτό σημαίνει πως η γενιά αυτή δεν πήρε ποτέ θέση στο προσκήνιο της ιστορικής συνέχειας. Πορεύτηκε σαν «παρίας» της ιστορίας και είναι σαν να παίχθηκε πάνω στο σώμα της μια παρτίδα αλλότριων σκοπών.  

Γράφει χαρακτηριστικά ο Λυκαρδιόπουλος στο «ραγισμένο ταμπούρλο»: 

«...Όταν ήρθαμε υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα

Αποδεκατισμένα στα υπόγεια καταφύγια του στίχου...

...δεν πρόλαβες τίποτα

ανταύγειες μόνο

κουρέλια μουσικής που τα ξεβράζει το όνειρο και η τρέλα

ανταύγειες από μία μάχη που άλλοι δώσανε και χάσανε για σένα...» 

Πρόδρομος Μάρκογλου

«Ναυαγός της ιστορίας κωπηλατεί στην εκκωφαντική σιωπή»  

Ο Πρόδρομος Μάρκογλου, ένας από τους επιφανέστερους εκφραστές αυτής της γενιάς ανήκει στην κατηγορία αυτών που μέσα από το έργο τους εκφράζουν τη στενή σχέση παρελθόντος και παρόντος.

Το παρελθόν εκφράζεται με τρόπο οργανικό. Δεν αποτελεί παρά την ερμηνεία μιας βαθύτατης αίσθησης που μετουσιώνεται σε στίχους:  

«Σε κρατούσα από το χέρι,

σου λέγα για τα χρόνια τα σκοτεινά

αυτά που εσύ δεν γνώρισες...

τα αισθήματα είναι περιττά είπες σε τι μας χρησιμεύουν...

και εγώ σώπαινα νοιώθοντας να βουλιάζουν μέσα μου τα λόγια

να σωρεύονται ογκόλιθοι,

στο χάσμα το μεγάλο της γενιάς μου πού πίστεψε,

της δικής σου γενιάς που χλεύασε» 

Το παρόν εκφράζεται με την κατηγορηματική άρνηση. Άρνηση στους προκαθορισμένους όρους του παιχνιδιού.  

«Αυτή η ζωή δεν είναι για μας

δεν είναι για κανένα μας

αυτή η ευτέλεια,

θα ζήσουμε όπως εμείς ξέρουμε

κι ας φθάσουμε στην τέλεια απόγνωση

κι ας καρπωθούνε ακόμα και την απελπισία μας οι άλλοι,

μέσα στη μέθη του κέρδους,

δεν θα υποψιαστούν την αγάπη μας

την απέραντη χώρα που εδραιώνουμε

σταγόνα σταγόνα χύνοντας

το αίμα μας».   
 

Η άρνηση δηλώνει μια στάση ζωής όπου δε γίνεται δεκτή η παραχάραξη των αξιών και η υποκριτική ιδιοτέλεια των κατεστημένων.

Η στάση του αυτή εκφράζεται στο ποιητικό του έργο μέσα από δύο βασικά δεδομένα. Από την κοινωνική οπτική γωνία του ποιητικού εγώ και από τις συνθήκες της εποχής του. 

Η κοινωνική οπτική γωνία του ποιητικού εγώ, του Μάρκογλου, δεν προϋποθέτει μια στενά οριοθετημένη ιδεολογία. Αντίθετα πρόκειται για ένα εγώ αριστερής ιδεολογικής απόκλισης, αλλά ανένταχτο, η στάση του οποίου υπήρξε απόρροια οδυνηρών εμπειριών και όχι δοσμένων δοξασιών.  

Είναι ακριβώς αυτό το εγώ, που αντιστέκεται στο περιβάλλον που διαμορφώνουν οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες.  Ένα περιβάλλον εχθρικό, άνυδρο, σκληρό, που αλέθει συνειδήσεις, αξίες, οράματα, ιδέες, ένα περιβάλλον που ωθεί στην ένδεια και την παραίτηση. Η αντίδραση του ποιητή είναι η ευθεία, η μετωπική, η αιχμηρή  έκφραση των συναισθημάτων του. Συναισθήματα αγωνίας, οργής, πικρίας, χαραγμένα βαθιά πάνω στις λέξεις. Λέξεις που ο ποιητής λαξεύει υπομονετικά, πριν τις δώσει την τελική μορφή.

Το κύριο χαρακτηριστικό της μορφής που προσλαμβάνει, εντέλει, το ποιητικό αντικείμενο είναι η αποσπασματικότητα και η μερική αφαίρεση. Πρόκειται στην ουσία για μια ιδιότυπη και προσωπική τεχνική που συνδυάζει την εκδοχή της σπασμένης εικόνας και των πολυεπίπεδων, πολυπρισματικών αναφορών, δίνοντας έτσι την εικόνα ενός κατακερματισμένου κόσμου που ζει χωρίς αυταπάτες και φενακισμούς. 

  

Ιδού ένα μικρό δείγμα: 

«...Λέξεις πυροδοτούν τα μάτια

Στην άσφαλτο και το σκοτάδι

Θρυμματισμένα χέρια στον τόρνο και την πλάνη

Ομίχλη σε ρείθρα και οικόπεδα

Ο χρόνος πάλι στον πάγο

Πρόσωπα στο γκρίζο φως και βήχουν

Ξανά σκοτάδι άδειο

Ηδονικά φαντάσματα γυναίκες λησμονημένες

Συγκλονιστικές φωνές ερειπωμένες...» 

Η μύηση στο έργο του κ. Μάρκογλου συνιστά πραγματικά μια ιδιαιτέρως δελεαστική πρόκληση, στην οποία εύκολα κανείς παρασύρεται αναζητώντας νέα δύσβατα μονοπάτια. 

Υπάρχουν όμως και τα χρονικά όρια, στενά εκ των πραγμάτων, τα οποία δεν μας δίνουν μεγάλα περιθώρια.

Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, πριν κλείσω, να κάνω έναν τελευταίο σταθμό σ' αυτή την περιήγηση και να σταθώ  στο τελευταίο ποιητικό του έργο, αυτό που κυκλοφόρησε το 2002 με τον εξαιρετικό τίτλο «ονείρων κοινοκτημοσύνη».

Θα σας διαβάσω αποσπάσματα από κείμενο του Μάκη Καραγιάννη, που ανακάλυψα στο διαδίκτυο αναζητώντας υλικό για τον κ. Μάρκογλου. Πρόκειται για ένα από τα μεστότερα κείμενα που έπεσαν στη αντίληψή μου,  το οποίο καταφέρνει να δώσει με τον πληρέστερο ίσως τρόπο την εικόνα που αναδύεται από την ανάγνωση αυτής της τελευταίας ποιητικής συλλογής. Το σημαντικότερο όμως είναι, πως η αυτή ακριβώς η εικόνα που μας δίνει ο Καραγιάννης αντικατροπτίζει το σύνολο του ποιητικού του έργου. 

Στο «ονείρων κοινοκτημοσύνη» η ελπίδα εξαντλείται. Ότι μένει από το παρελθόν είναι μια γεύση στυφή. «Σαν μια χούφτα άμμου στο στόμα». Κι αν τα οράματα είναι συλλογικά η παραδοχή είναι ιδιωτική και βασανιστική. Το ποιητικό εγώ στέκεται απορημένο και παγωμένο μπροστά στο τοπίο του σήμερα αθροίζοντας τις ήττες.

Ο λόγος του ποιητή εξομολογητικός, επανέρχεται και πλαγιοκοπά το θέμα από διαφορετικές πλευρές.

Στο πρώτο ενικό σπουδάζει τη σιωπή, ερμηνεύει τον κόσμο, αναμετράται με τα φαντάσματα και τους εφιάλτες της νύχτας, ενώ η χρήση του πρώτου πληθυντικού παραπέμπει στην κοινοκτημοσύνη των λεηλατημένων ονείρων.

«τη σιωπή διεκδικώ, κομμάτια των σκοτεινών ονείρων... έκτοτε όλα τα ποιήματα φτιαγμένα είναι από τις πλάνες μας».  

Και κλείνει ο Καραγιάννης με μία παράγραφο, στην οποία ανασυνθέτοντας στίχους του ίδιου του ποιητή, καταφέρνει με εκπληκτική σαφήνεια να σκιαγραφήσει το ποιητικό του εγώ.

Ο ποιητής

«Έγκλειστος της μοναξιάς ανασυνθέτει το παρελθόν στο ραγισμένο είδωλο της ουτοπίας. Ναυαγός της ιστορίας κωπηλατεί στην εκκωφαντική σιωπή και στου τίποτα τη σκοτεινή βεβαιότητα».  

Οι στίχοι δεν ανατρέπουν καθεστώτα, έγραφε ο Πατρίκιος.

Μπορούν όμως να διαμορφώνουν συνειδήσεις και αυτό είναι σίγουρα ανατροπή.  

Σημείωση:

Η παραπάνω εισήγηση διαβάστηκε στις 9/1/2008 σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του κ. Πρόδρομου Μάρκογλου, στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της πόλης των Σερρών.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas