Η Ιστορία δεν γράφεται με εγκώμια και «ανέξοδες» θριαμβολογίες, ούτε με ύβρεις και «γιούχα» PDF Εκτύπωση E-mail
29.05.08

Μ’ αφορμή τη διημερίδα για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή 

Η καταγραφή της Ιστορίας του τόπου μας, ανέκαθεν, έμπαινε υπό τη σκέπη της ανάδειξης της γραμμικής πορείας ενός έθνους που είχε τη «βαριά μοίρα» να συνιστά το λίκνο του παγκόσμιου πολιτισμού. Τη «μοίρα» αυτή έφεραν ως «τιτάνες» στις αγέρωχες πλάτες τους, ηγέτες επιλεγμένοι από τους θεούς για να μεταλαμπαδεύσουν τη θεία βούληση στους απανταχού βαρβάρους, που επιβουλεύονταν τα ιερά και όσια της φυλής μας. Το ελληνικό στερέωμα λάμπει από τη «φωτοδότρα» δύναμη αυτών των ηγετών που χάραξαν με τρόπο ανεξίτηλο την πορεία του ελληνισμού μέσα στο χρόνο.

Συνοπτικά (και σκωπτικά) αναφέρουμε τα παραπάνω και για να εστιάσουμε την προσοχή μας στην ανάγκη του ελληνικού λαού (ανάγκη με την οποία γαλουχείται από τα γεννοφάσκια του) να ζει μονίμως υπό τη σκέπη των «μύθων» (παντού υπάρχει ένας μύθος, που λέει και το σλόγκαν), για να κρατά ζωντανές όλες εκείνες τις συνεκτικές αξίες που δένουν το παρελθόν με το παρόν.

Αντιστοίχως, λοιπόν, για να έρθουμε και στο προκείμενο, η ίδια ανάγκη (σύνδρομο καλύτερα) κατατρέχει και την πολιτική μας σκηνή. Εδώ και έναν αιώνα διαιρεμένη σε δύο ισχυρά μπλοκ εξουσίας αναζητά επίμονα τον καθαγιασμό προσώπων που διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο, συμβάλλοντας με την πολιτική τους δράση στην διαμόρφωση της σύγχρονης πραγματικότητας, αυτήν που βιώνουμε μέχρι σήμερα (και για την οποία δεν γνωρίζουμε αν και κατά πόσο θα έπρεπε να είμαστε υπερήφανοι).  Εδώ, βέβαια, να επισημανθεί πως το παραπάνω σύνδρομο, αυτού δηλαδή της «αγιοποίησης» των προσώπων έχει μπολιάσει και τον κορμό της Αριστεράς, με τρόπο (σε αρκετές περιπτώσεις) καταλυτικό για το μέλλον της.

Έτσι λοιπόν, τη σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου μας «στοίχειωσαν» δύο ηγέτες που ενδύθηκαν το «φωτοστέφανο» του Αγίου, οι: Κων/νος Καραμανλής και Ανδρέας Παπανδρέου.

Πέραν των αναμφισβήτητων ικανοτήτων τους και βέβαια της συνεισφοράς τους στη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου της χώρας μας είχαν μεταξύ άλλων και μια μεγάλη ειδοποιό διαφορά. Ο πρώτος από ένα σημείο και μετά ζούσε και έπραττε με απώτερο σκοπό την ικανοποίηση της υστεροφημίας μου, ενώ ο δεύτερος για την ικανοποίηση των επίγειων (πιθανώς φθαρτών, αλλά ζωτικών) επιθυμιών του.

Η πορεία αυτών των προσώπων, κρίνεται σε θεωρητική πάντα βάση από τους ιστορικούς, οι οποίοι και καλούνται να σκιαγραφήσουν τη μακρόχρονη πορεία τους μέσα από μια σειρά παραμέτρων.

Επειδή όμως η ιστορία, συνήθως, αργεί να βγάλει τα πορίσματα της, τα οποία μάλιστα ελάχιστοι μελετούν με την απαιτούμενη καθαρότητα νου και επειδή οι «αγιογραφίες» παραμένουν μία από τις προσφιλέστερες συνήθειές μας, καταφεύγουμε τακτικά σ’ αυτές για να δώσουμε νόημα και συνέχεια στην άνευρη καθημερινότητά μας.

Ειδικότερα, λοιπόν, στην περίπτωση του Κων/νου Καραμανλή, έχει εδώ και πολύ καιρό «υφανθεί» με μεθοδικότητα και συνέπεια η εικόνα του «εθνάρχη», του αλάθητου ηγέτη που είχε την τόλμη και το σθένος να βγάλει τη χώρα από τη μιζέρια του βαλκανικού επαρχιωτισμού και να την εντάξει στα «σαλόνια» της Ευρώπης.

Σειρά θεμάτων που διαμόρφωσαν τη στρεβλή οικονομική μεταπολεμική ανάπτυξη και τις δυσλειτουργίες του πολιτικού μας συστήματος, στα οποία ο Κων/νος Καραμανλής έβαλε την προσωπική του σφραγίδα, παραμένουν εντέχνως στη σκιά, απασχολώντας σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τους ιστορικούς. Όπως στη σκιά παραμένουν και πολλά ακόμη ζητήματα που αποτελούν κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας και στα οποία σαφώς και εμπλέκεται ο Καραμανλής.

Ερχόμενοι λοιπόν στη διημερίδα που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του Καραμανλή, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως συνιστά δικαίωμα του καθενός να διαγκωνίζεται σε εγκώμια πάσης φύσεως, για το πρόσωπο του εκλιπόντα. Πολύ δε περισσότερο όταν τα εγκώμια αυτά έχουν ως απώτερο σκοπό την συσπείρωση μιας πολιτικής παράταξης που εκ των πραγμάτων δεν διαθέτει σαφείς ιδεολογικούς άξονες.

Όμως εξίσου σεβαστό είναι και το δικαίωμα του οποιουδήποτε άλλου να διατυπώνει τη δική του διαφορετική άποψη, όσο και αν αυτή «σκιάζει» την εικόνα του προσφιλούς ηγέτη. Όταν δε αυτή η άποψη κατατίθεται από τον Φιντία Βελίκη (επίσημα προσκεκλημένου ομιλητή), έναν πολιτικό που έχει ταυτίσει το βίο του με την ιστορία της ανανεωτικής Αριστεράς, που χαρακτηρίζεται για την αξιοπρέπεια, την ηπιότητα του λόγου του, την κοσμιότητα του χαρακτήρα του και ακόμη για την υψηλή πολιτική του παιδεία, τότε αν μη τι άλλο πρέπει να ακούγεται με τη δέουσα προσοχή.

Η υβριστική, λοιπόν, συμπεριφορά κάποιων οπαδών (αυτός είναι και ο ακριβής όρος) της παράταξης, που εμφανίστηκαν ως βασιλικότεροι του βασιλέως και οι οποίοι «αντέταξαν» το «γιούχα» στις απόψεις που διατύπωσε ο κ. Βελίκης, πέραν του ότι είναι προσβλητική για τους ίδιους, καταδεικνύει και την ανεπάρκεια ενός ικανού αριθμού προσώπων του χώρου, που αντιλαμβάνονται την πολιτική τους εμπλοκή ως συμμετοχή σε δοξολογία.

Η παρέμβαση, εντέλει, του κ. Βελίκη ίσως και να διέσωσε την «τιμή» της ημερίδας, διότι μέσα στον καταιγισμό των εύκολων και «ανέξοδων» εγκωμίων, ακούστηκε και μια άποψη επαρκώς στοιχειοθετημένη  (αυτονόητη προ πολλών ετών για τους «εκτός των τειχών») που αν μη τι άλλο θα έπρεπε να απασχολήσει όχι μόνον τους «παροικούντες», αλλά και αυτούς που κατατρίβονται γενικώς με τα κόμματα.

Διότι καλές και χρήσιμες μέχρις ενός βαθμού οι υμνολογίες, αλλά σαφώς αναγκαίος ο απογαλακτισμός από τις «μεταφυσικές» εμμονές που αποδιαρθρώνουν και ακυρώνουν τον πολιτικό λόγο.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas