Για τον Γιάννη PDF Εκτύπωση E-mail
03.07.08

Ήταν χαράματα Κυριακής, παραμονή του Αγίου Πνεύματος, όταν ο Γιάννης βρέθηκε αναίσθητος στην καρέκλα του περιπτέρου του. Στα χέρια του κρατούσε τα χρήματα της ημέρας. Ετοιμάζονταν να κλείσει. Νοσηλεύτηκε για πολλές ημέρες στο νοσοκομείο χωρίς να αποκαταστήσει μέχρι τέλους την επαφή του με το περιβάλλον. Υπέστη βαρύ εγκεφαλικό που νέκρωσε μεγάλο μέρος του εγκεφάλου του.

Την Τρίτη, που μας πέρασε, το πρωί έγινε η κηδεία του. Ήταν πενήντα έξι χρόνων. Εντύπωση μου έκανε το πρόσωπό του. Έμοιαζε τόσο γαλήνιο που θα έλεγε κανείς πως είχε έναν γλυκύτατο ύπνο. Και ίσως έτσι να ήταν. Ο άνθρωπος αυτός είχε να κοιμηθεί φυσιολογικά χρόνια ολόκληρα. Κλεισμένος στο τετράγωνο κουτί του, έμενε ώρες μετά τα μεσάνυχτα για να ξεκινήσει και πάλι νωρίς το πρωί.

 

Μονίμως κουρασμένος, πάντα με τον βαθύ αναστεναγμό για τον χαμηλό τζίρο της ημέρας, με πολλά και σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, με βεβαρημένο ιατρικό μητρώο, μα παρόλα αυτά πάντα ζωντανός και έτοιμος για κουβέντα, έδινε με όσο κουράγιο του απέμενε τον δικό του αγώνα για την επιβίωση.

Ήταν για μας τους επαγγελματίες που τον «περιστοιχίζαμε» το σημείο αναφοράς μας. Πάντα κοντοστεκόμασταν, μ’ αφορμή κυρίως την αγορά τσιγάρων, για να ανταλλάξουμε μερικές κουβέντες στο πόδι. Δυο τρεις φορές βρεθήκαμε, παραδίπλα, για ούζο στο μαγαζί του Βασίλη. Αγοράσαμε ορεκτικά και κάναμε το μαγαζί ουζερί. Όταν έπινε ο Γιάννης γίνονταν χάλια. Του έβγαινε με άσχημο τρόπο η ένταση που κουβαλούσε. Για αυτό άλλωστε κόψαμε και αυτή την ωραία, κατά τα άλλα, συνήθεια. Προσφιλές θέμα της κουβέντας του το ποδόσφαιρο και τα τσιγάρα. Αργά το βράδυ που η κούραση σκοτείνιαζε το πρόσωπό του έρχονταν η κουβέντα και στην οικονομική δυσπραγία. Ένα ανθρώπινο μεροκάματο ήθελε και αυτό έρχονταν με χίλια ζόρια.

Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν λίγες ώρες πριν «πέσει». Προσπαθούσε να συντονίσει την κεραία της μικρής του τηλεόρασης για να δει τους αγώνες του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Ανταλλάξαμε λίγα λόγια, μου είπε πως την αυριανή ημέρα θα βγει έξω για φαγητό και του ευχήθηκα καλή ξεκούραση.

Στην κηδεία του ελάχιστοι ήταν οι «γείτονες» από την αγορά. Οι περισσότεροι βρίσκονταν υπό την σκέπη του αυστηρού τους ωραρίου. Ένα ωράριο που δεν είναι σε θέση να σεβαστεί ούτε τον ίδιο τον θάνατο.

Εξάλλου οι κανόνες της αγοράς έχουν τον δικό τους αμείλικτο ρυθμό. Τη θέση του Γιάννη θα πάρει σύντομα κάποιος άλλος Γιάννης και αυτός θα μείνει (αν μείνει) μια ακόμη θολή ανάμνηση. Πόσοι ήρθαν πόσοι έφυγαν, άραγε, από την πλατεία μας την τελευταία εικοσαετία. Με πόσους από αυτούς ανταλλάξαμε, έστω, μια ουσιαστική κουβέντα πέραν της τυπικής καλημέρας. Με πόσους μοιραστήκαμε ανησυχίες ή προβληματισμούς. Με ελάχιστους. Κοντεύουμε να γίνουμε, αν δεν έχουμε ήδη γίνει, είλωτες της ίδιας μας της δουλειάς. Βαρυγκωμώντας βάζουμε το κλειδί στην πόρτα, βαρυγκωμώντας το βγάζουμε.

Ζούμε με την ελπίδα του καλύτερου, αλλά δεν παύουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας  να κρατούμε (με ειλικρινή φόβο) την εικόνα του Γιάννη να πέφτει αναίσθητος μετρώντας τα χρήματα του ταμείου του. Φόβος, που για πολλούς μοιάζει με καθημερινό εφιάλτη.

Ας ελπίσουμε όμως, τουλάχιστον για τον ίδιο, πως εκεί που θα πάει θα μπορέσει να ξεκουραστεί. Αυτό ήταν που πρωτίστως είχε ανάγκη.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas