Ουκ εν τω πολλώ το ευ PDF Εκτύπωση E-mail
23.03.09

Μ’ αφορμή την «υπερπροσφορά πολιτισμού» στην πόλη μας
 

Η πόλη μας εδώ και καιρό ζει τη δική της «πολιτιστική Άνοιξη». Αυτό που συμβαίνει είναι πραγματικά πρωτοφανές.

Σχεδόν καθημερινά κάποια εκδήλωση πολιτιστικού ενδιαφέροντος λαμβάνει χώρα σε κάποια αίθουσα (μέχρι και αυτή της ΣΠΕ έχει επιστρατευτεί για να καλύψει τις έκτακτες ανάγκες).

Συναυλίες κλασσικής και έντεχνης ελληνικής μουσικής, μουσικά αφιερώματα, θεατρικές παραστάσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, προβολές κινηματογραφικών ταινιών, ομιλίες παιδαγωγικού περιεχομένου εναλλάσσονται στις τοπικές «σκηνές» με ρυθμό πολυβόλου. Αν δε, στα παραπάνω προσθέσουμε και τις εκδηλώσεις πολιτικού χαρακτήρα (που δεν είναι και λίγες) τότε δικαίως μπορούμε να μιλούμε για μια άνευ προηγουμένου «ανθοφορία», που, κατά γενική ομολογία, ομορφαίνει ένα τοπίο που μέχρι χθες παρέμενε «άνυδρο» και κατά συνέπεια «άγονο».

Το θέμα όμως που αξίζει του σχολιασμού μας, είναι αν και κατά πόσο παράλληλα με την «ανθοφορία» είμαστε σε θέση να απολαύσουμε και τους παραγόμενους καρπούς.

Για να γίνω περισσότερο κατανοητός (και για να αποφύγω τη «ρετσινιά» του μεμψίμοιρου) θα παραπέμψω σε μια προσωπική εμπειρία, επιφανειακά άσχετη με το θέμα αλλά στην ουσία άμεσα σχετική.

Έχω τη τύχη να διαθέτω ένα μικρό κτήμα εκτός πόλης στο οποίο μεταξύ άλλων ευδοκιμεί και μία κερασιά (ευδοκιμούσαν περισσότερες αλλά δυστυχώς ξεράθηκαν). Η κερασιά αυτή έχει πάρα πολύ πλούσια ανθοφορία, βγάζει πολλά, μα πάρα πολλά κεράσια, αλλά δυστυχώς είναι μικρά και πιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το αποτέλεσμα είναι να απολαμβάνω τη θέα της φορτωμένης κερασιάς αλλά να στερούμαι την υπέροχη γεύση των καρπών της.

Φέτος ζήτησα τη συνδρομή ενός φίλου «κατά το ήμισυ αγρότη», ο οποίος βλέποντας την μου είπε αυτό που από καιρό φανταζόμουν. Πως αν δεν κλαδευτεί σωστά ώστε να μείνουν τα λίγα γερά κλαδιά, κεράσια δεν υπάρχει περίπτωση να απολαύσω. Απολύτως κατανοητός ο φίλος, αλλά με «χαλούσε» η ιδέα της θέας ενός «απογυμνωμένου» (κουτσουρεμένου εντέλει) δένδρου που θα έχανε ένα μέρος από τα πλούσια φυλλώματά του, αυτά που έγερναν με μοναδική χάρη πάνω στον περίβολο του κτήματος.

Τελικά ο φίλος μου (που δεν έχει και ιδιαίτερα καλές σχέσεις με την «υψηλή αισθητική») έκανε το «καθήκον» του. Το δένδρο κυριολεκτικά κουτσουρεύτηκε αλλά η ελπίδα να φάω εξαιρετικό κεράσι ενισχύθηκε.

Αντιστοίχως, λοιπόν, μήπως και στο θέμα της υπερπληθώρας των εκδηλώσεων θα έπρεπε να κρατήσουμε την ανάλογη πρακτική; Να κάνουμε (και δη οι φορείς που αναλαμβάνουν και τις επιμέρους πρωτοβουλίες) εντέλει μία ιεράρχηση, έναν καλύτερο και μεθοδικότερα προσανατολισμένο σχεδιασμό, μία προσεκτικότερη και ορθολογικότερη επιλογή;

Γιατί αυτό που πρωτίστως πιστεύουμε πως πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι η ικανοποίηση του θεαθήναι από ένα υπερπλήρες «πιάτο» αλλά η μοναδική αίσθηση της μακράς επίγευσης που δίνει η σωστή και σε μικρές «δόσεις» βρώση του. Διαφορετικά επέρχεται η ακριβώς αντίθετη αίσθηση, αυτή του κορεσμού.   

Δύο ακόμη παρατηρήσεις, αντί επιλόγου.

Η πρώτη έχει να κάνει με το οικονομικό αντίτιμο. Γιατί η θέαση των περισσότερων εκδηλώσεων κοστολογείται με το σταθερό ποσό των 20 ευρώ; Δεν νομίζουν οι ιθύνοντες ότι από ένα σημείο και μετά το αντίτιμο αυτό καθίσταται απαγορευτικό και δη για τις περισσότερο αδύνατες οικονομικά κοινωνικές ομάδες;

Η δεύτερη έχει να κάνει μ’ ένα ερώτημα που τριβελίζει από καιρό όχι μόνον το δικό μου το μυαλό αλλά και πολλών άλλων φίλων και γνωστών και που δυστυχώς παραμένει αναπάντητο. Οι χίλιοι περίπου συμπολίτες μας, που «αιμοδοτούν» (εναλλακτικά)  με την ένθερμη παρουσία τους τις εκδηλώσεις αυτές συνιστούν κατά γενική ομολογία τη μαγιά του περισσότερο «προχωρημένου» κομματιού της κοινωνίας μας (παραγωγική ηλικία, υψηλή μόρφωση, υψηλές αισθητικές αναζητήσεις, οικονομική αυτάρκεια…).

Αναρωτιέμαι και αναρωτιόμαστε λοιπόν για τη γενικότερη παρουσία (απουσία) αυτών των συμπολιτών μας στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της πόλης μας. Ορατοί οι περισσότεροι εξ’ αυτών αποκλειστικά και μόνον στους «περίκλειστους» και «ασφαλείς» χώρους όπου φιλοξενούνται οι διάφορες εκδηλώσεις, απέχουν επιδεικτικά από τα δημόσια πράγματα, περιορίζοντας το ενδιαφέρον τους σε μία κατ’ εξοχήν «ελιτίστικη» και αποστασιοποιημένη θεώρηση των πραγμάτων. Θεώρηση «εκ του ασφαλούς» και «εκ του μακρόθεν», καλλιεργημένη σε συνθήκες αποστειρωμένου θερμοκηπίου, που αρνείται  την τριβή με πνιγηρά αδιέξοδα της πόλης και του περιβάλλοντος χώρου και που, δυστυχώς, την ίδια στιγμή στέκεται απαξιωτικά σ’αυτούς τους λίγους που εξακολουθούν να αμύνονται και να διεκδικούν.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas