"Καφενείο και Κινηματοθέατρο το ΚΡΟΝΙΟΝ" PDF Εκτύπωση E-mail
09.03.09

Περιστέρης Κωστόπουλος (1888 – 1959) 

Ιστορική αναδρομή 

Έχουμε γράψει και υποστηρίξει κατ’ επανάληψη πως η διαφύλαξη της ιστορικής μας  μνήμης είναι όρος απαραίτητος για τη διασφάλιση της ιστορικής συνέχειας. Η πορεία προς το μέλλον προϋποθέτει τη γνώση του παρελθόντος. Χωρίς αναφορές στο χθες, χωρίς την αναγωγή σε χώρους και γεγονότα που σημάδεψαν το παρελθόν του τόπου μας είμαστε καταδικασμένοι να βολοδέρνουμε χωρίς πυξίδα μέσα στο πέλαγος.

Μιλώντας δε για τις αναγωγές στο παρελθόν δεν αναφερόμαστε στις στερεότυπες και εν πολλοίς ανούσιες (όπως κατάντησαν) επετείους ιστορικών γεγονότων. Αναφερόμαστε κυρίως σε χώρους, πρόσωπα και γεγονότα που διέγραψαν έναν σημαντικό ρόλο στο ιστορικό, οικονομικό, πολιτικό  ή πολιτισμικό γίγνεσθαι του τόπου μας, των οποίων η καθοριστική παρουσία είναι από ελάχιστα έως καθόλου γνωστή στους περισσότερους.

Αυτό ακριβώς το κενό είναι και η αιτία για την μακρόχρονη απαξίωση αυτής της πόλης που έχει παραδοθεί χωρίς την παραμικρή αντίσταση στο έλεος της άνευ όρων και ορίων ανοικοδόμησης.

Άλλωστε για να αγαπήσεις έναν τόπο θα πρέπει πρωτίστως να τον πλησιάσεις και να τον γνωρίσεις.

Στη προσπάθεια, λοιπόν, που γίνεται τα τελευταία έστω χρόνια για τη διάσωση (και ανάδειξη) των τελευταίων «ζωντανών» μνημείων ιστορικής μνήμης (είτε από μεμονωμένους πολίτες, είτε από οργανωμένες συλλογικότητες), θα προσπαθήσουμε να «ιχνηλατήσουμε» το ιστορικό παρελθόν ενός χώρου που κατά τη γνώμη μας συνιστά κομμάτι αναπόσπαστα δεμένο με την νεώτερη και σύγχρονη ιστορία του τόπου μας.

Μιλούμε για το Κινηματοθέατρο και το Καφενείο ΚΡΟΝΙΟ, καθώς και για την πολυσχιδή προσωπικότητα του ανθρώπου που ταύτισε τη ζωή του με τη δημιουργία και λειτουργία των δύο αυτών χώρων, του Περιστέρη Κωστόπουλου. 

Στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε  πως το κείμενο που ακολουθεί μπορεί να φαίνεται (και να είναι) ιδιαίτερα επίκαιρο (λόγω των συντονισμένων προσπαθειών που γίνονται εδώ και χρόνια για την κατεδάφιση του ΚΡΟΝΙΟΥ), αλλά πρωτοδημοσιεύτηκε δέκα χρόνια πριν και πιο συγκεκριμένα το Νοέμβριο του 1998 στο περιοδικό «ΜΕΤΑ». Το μεγαλύτερο μέρος του υλικού είναι αποτέλεσμα πολύωρων συνομιλιών με τον κ. Κώστα Μάρκου, συγγενή και έμπιστου συνεργάτη του Περιστέρη Κωστόπουλου.

Μέρος των φωτογραφιών προέρχεται από την «εικονογραφημένη ιστορία των Σερρών» του Βασίλη Τζανακάρη. Ιδιαίτερη αναφορά οφείλουμε στη φωτογραφία στην οποία αποτυπώνεται το ΚΡΟΝΙΟ με τον περιβάλλοντα χώρο του (η οποία και προστέθηκε, μαζί με κάποια άλλα επιμέρους στοιχεία, στο νέο κείμενο). Πρόκειται για ένα από τα εξαιρετικά έργα του Στέλιου Τόλιου, όπου το εικαστικό αντικείμενο (το ΚΡΟΝΙΟ στη συγκεκριμένη περίπτωση) μετεωρίζεται  ανάμεσα σ’ αυτό που βλέπουμε και σ’ αυτό που πλάθουμε μέσα από τις μνήμες μας. «Γνέθει», στην ουσία, το αδιόρατο νήμα που συνδέει το χθες με το σήμερα. Είναι αυτό ακριβώς το νήμα που πρέπει να κρατήσουμε ζωντανό αν πραγματικά θέλουμε να έχουμε μέλλον σ’ αυτόν τον τόπο. 
 

Περιστέρης Κωστόπουλος 1888 – 1959
Καφενείο το «ΚΡΟΝΙΟΝ»

Ο Περιστέρης Κωστόπουλος γεννήθηκε στην Προύσσα της Μικράς Ασίας το 1888. Υπό το κράτος του φόβου και του πανικού, μετά τους φόνους του πατέρα του και του αδελφού του από τους Τούρκους, εγκαταλείπει την πατρίδα του και κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες εγκαταστάθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα (1908 – 1909). Υπηρέτησε στην χωροφυλακή και με την προσάρτηση των «Νέων χωρών» (νέες χώρες ονομάστηκαν οι περιοχές που περιήλθαν στο ελληνικό κράτος μετά τη νικηφόρα προέλαση των ελληνικών δυνάμεων στους βαλκανικούς πολέμους) ήρθε στις Σέρρες (1913), όπου και αποφάσισε να μείνει μετά την αποστράτευσή του.

Άνοιξε ένα μικρό καφενείο στα «Ταμπάχανα». Έτσι ονομάζονταν η σημερινή Πλατεία Εμπορίου, που αποτέλεσε μετά την πυρπόληση της παλιάς πόλης ένα από τα σημαντικότερα κέντρα των οικονομικών συναλλαγών. Βυρσοδεψεία, χάνια, μπακάλικα και σειρά από πάσης φύσεως μικροκαταστήματα έδιναν το στίγμα της οικονομικής δραστηριότητας της περιοχής.

Τότε γνώρισε και τη σύζυγό του Βασιλική που εργάζονταν ως παραδουλεύτρα στο σπίτι του Νάζιουτζικ, μεγάλο γαιοκτήμονα και έναν από τους πλουσιότερους Σερραίους, ιδιοκτήτη (αργότερα) της Εταιρείας Ηλεκτροφωτισμού της πόλης των Σερρών. Ο γάμος τους έγινε πριν το 1920 και κουμπάρος τους ήταν ο Χρήστος Μάρκου, πατέρας του κ. Κώστα Μάρκου.

Κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου οδηγείται μαζί με χιλιάδες άλλων Ελλήνων κατοίκων της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας ως «όμηρος» στην ενδοχώρα της Βουλγαρίας (μια από τις σκοτεινότερες σελίδες της ιστορίας του τόπου μας που συνδέθηκε με τις επεκτατικές βλέψεις των Βουλγάρων). Κατάφερε να επιβιώσει και να γυρίσει το 1918 στις Σέρρες, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να ξεχάσει (όπως άλλωστε και όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν) τις φριχτές του μνήμες από τα  στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στα στρατόπεδα της Βουλγαρίας.

Το 1920 ο Κώστας Χριστοδούλου, ιδιοκτήτης του ομώνυμου ζαχαροπλαστείου επί της Μεραρχίας (το «αριστοκρατικότερο» στέκι του Μεσοπολέμου) πρότεινε στον Περιστέρη Κωστόπουλο να αναλάβει την εκμετάλλευση του καφενείου του «ΚΡΟΝΙΟΥ». Μιλώντας δε για το καφενείο να διευκρινίσουμε πως πρόκειται για το κατάστημα ρούχων που σήμερα βρίσκεται παραπλεύρως του υπαίθριου χώρου, όπου λειτουργεί το καφέ ουζερί με την ίδια ονομασία. Ο υπαίθριος αυτός χώρος, που καταλάμβανε τότε και το χώρο όπου αργότερα θα κατασκευάζονταν  ο ομώνυμος Κινηματογράφος, λειτουργούσε μόνον τους καλοκαιρινούς μήνες, ως προέκταση του καφενείου.

Το καφενείο αυτό εκμεταλλεύονταν από το 1913 οι Αφοι Καράμπελλα που κατάγονταν από τον Πύργο Ηλείας (πολλοί ήταν οι «παλαιοελλαδίτες» που ήρθαν στις «νέες χώρες» αναζητώντας τη δική τους «γη της επαγγελίας»). Η ονομασία «ΚΡΟΝΙΟΝ» δόθηκε από αυτούς και παραπέμπει στον ομώνυμο λόφο που βρίσκεται βόρεια της Αρχαίας Ολυμπίας. Στη συνέχεια η εκμετάλλευση πέρασε στον Κώστα Χριστοδούλου. Δυσκολευόμενος ο ίδιος να διαχειριστεί και τα δύο καταστήματα έκανε την πρόταση στον Κωστόπουλο, ο οποίος και την αποδέχθηκε.

Ο Περιστέρης Κωστόπουλος αναλαμβάνοντας το καφενείο θεώρησε καλό να το μετονομάσει σε «Ομόνοια». Όμως οι θαμώνες του μαγαζιού εξοικειωμένοι με την παλιά ονομασία δεν έδειχναν να ανταποκρίνονται στην αλλαγή αυτή. Έτσι πολύ γρήγορα ο Κωστόπουλος θα επαναφέρει την αρχική ονομασία, αυτή του ΚΡΟΝΙΟΥ η οποία και διατηρείται μέχρι και σήμερα.

Το κύμα των προσφύγων που κατέκλυσε την πόλη των Σερρών μετά την μικρασιατική καταστροφή και η κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού της, σε συνδυασμό με την πολεοδομική ανάπτυξή της (στα πλαίσια των αναγκών στέγασης και αποκατάστασης των προσφύγων) προς τα νότια, θα αναδείξει σταδιακά την περιοχή του «ΚΡΟΝΙΟΥ» σε «ομφαλό» της πόλης.

Πολύ γρήγορα, λοιπόν, το ΚΡΟΝΙΟ καθώς και ο περιβάλλων χώρος του, ως ένα από τα κεντρικότερα καφενεία θα γίνει σημείο αναφοράς της πόλης, στο οποίο και θα συρρέει καθημερινά μεγάλος αριθμός Σερραίων, «θεριακλήδων» για καφέ, χαρτί και κουβέντα.

«Το ΚΡΟΝΙΟ ένα από τα κεντρικότερα καφενεία της πόλης, αποτέλεσε σ’ όλες τις καταστάσεις το γενικό στρατηγείο των Σερραίων χασομέρηδων. Πάνω στα μάρμαρα των τραπεζιών του καταστρώθηκαν σχέδια όσα δεν είχαν γίνει σε κανένα Επιτελικό Γραφείο» (Στέργιος Βαλιούλης, «πολίτης Β’ κατηγορίας»).

Γύρω στα 1925 έρχεται σε συμφωνία με την υπηρεσία ανταλλαξίμων όπου ανήκε το κτήμα και το αγοράζει με δόσεις. Το κτήμα περιελάμβανε το καφενείο και όλον τον περιβάλλοντα χώρο του (και αυτόν που καταλαμβάνει ο κινηματογράφος). Να σημειωθεί (για λόγους ιστορικού ενδιαφέροντος) πως ο χώρος του καφενείου στα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε ως αίθουσα σίτισης απόρων μαθητών που φοιτούσαν στο τούρκικο γυμνάσιο. Το γυμνάσιο στεγάζονταν στο σημερινό δημοτικό σχολείο της Τσαλοπούλου, το οποίο οι παλαιότεροι ονόμαζαν «κόκκινο σχολείο» από το χρώμα των τούβλων. Η οδός Τσαλοπούλου τα χρόνια εκείνα ήταν κλειστή και η είσοδος – έξοδος των μαθητών γινόταν από δρόμο που βρισκόταν παραπλεύρως του καφενείου.
 

Το πολιτικό στίγμα του ΚΡΟΝΙΟΥ

Αξίζει, πιστεύουμε, στο σημείο αυτό (και λίγο πριν κλείσουμε την πρώτη ενότητα αυτής της αναδρομής) να δούμε και μια άλλη παράμετρο εξίσου ενδιαφέρουσα που αναφέρεται στο πολιτικό στίγμα του καφενείου του ΚΡΟΝΙΟΥ, κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Το στίγμα αυτό εν πολλοίς καθορίστηκε από την λειτουργία ενός άλλου καφενείου που μαζί με το ΚΡΟΝΙΟ αποτέλεσαν τα δύο σημεία αναφοράς στο κέντρο της πόλης. Μιλούμε για την ΑΙΓΛΗ, που λειτούργησε στον χώρο που σήμερα καταλαμβάνει η Γενική Τράπεζα, υπό την διεύθυνση των Χρήστου και Τεφαρίκη.  Το καφενείο της ΑΙΓΛΗΣ ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1928 για να κλείσει το 1939 (ίσως σε προσεχές φύλλο δημοσιεύσουμε αντίστοιχο αφιέρωμα στην λειτουργία αυτού του καφενείου).

Η ΑΙΓΛΗ είχε εξ’ αρχής τον χαρακτήρα του «αριστοκρατικού» καφενείου (διέθετε άλλωστε τον αέρα και τη φινέτσα ευρωπαϊκού «καφέ»), που από την πρώτη στιγμή έγινε στέκι των «παλαιοελλαδιτών» (που διέθεταν ισχυρότατη παροικία στις Σέρρες). Με δεσπόζουσες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό και πολιτικά προσκείμενοι στο Λαϊκό κόμμα, έδωσαν στο καφενείο ένα διακριτό πολιτικό στίγμα, στίγμα που πολύ γρήγορα θα οικειοποιηθούν και οι Σερραίοι υποστηρικτές του Λαϊκού κόμματος (κυρίως ντόπιοι).

Το ΚΡΟΝΙΟ αντίθετα, προσελκύοντας εξ’ αρχής ανθρώπους των λαϊκών τάξεων (πολλοί από τους οποίους ήταν πρόσφυγες) έγινε σταδιακά πόλος συσπείρωσης των Φιλελευθέρων (φιλοβενιζελικών).

Όπως είναι ευνόητο η συνύπαρξη των δύο αυτών χώρων (τους χώριζε η οδός της Μεραρχίας) δεν ήταν πάντα ρόδινη.

Αναφέρεται μάλιστα πως σε περιόδους πολιτικής έντασης ή και προεκλογικών ομιλιών (που στο σύνολό τους γίνονταν στο χώρο μεταξύ των δύο καφενείων) υπήρχαν μεμονωμένα επεισόδια μεταξύ των θαμώνων των δύο καφενείων, επεισόδια που σε αρκετές περιπτώσεις έπαιρναν ευρύτερες διαστάσεις.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas