Οι υπαίθριες θεατρικές παραστάσεις στο κινηματοθέατρον ΚΡΟΝΙΟΝ PDF Εκτύπωση E-mail
09.03.09

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 άρχισαν να καταφθάνουν στις Σέρρες, όπως και στις υπόλοιπες μεγαλουπόλεις της Μακεδονίας, διάφορα θεατρικά σχήματα των Αθηνών, αυτά που χαρακτηρίστηκαν ως «μπουλούκια». Ο υπαίθριος χώρος του καφενείου του ΚΡΟΝΙΟΥ θεωρήθηκε, με την προϋπόθεση της μερικής αναμόρφωσής του, ως ένας από τους καταλληλότερους χώρους για τη φιλοξενία αυτών των παραστάσεων. Έτσι στήθηκε μια πρόχειρη μάντρα στο χώρο του σημερινού κινηματογράφου, κατασκευάστηκε μια ξύλινη σκηνή στο χώρο που καταλαμβάνει σήμερα η οθόνη, ενώ για τα καθίσματα χρησιμοποιήθηκαν σανίδια στηριγμένα σε γκαζοντενεκέδες.

Το πρώτο θεατρικό σχήμα έφερε το δεύτερο και σε λίγο καιρό ο υπαίθριος χώρος του ΚΡΟΝΙΟΥ θα καθιερωθεί – για τους καλοκαιρινούς μήνες-  ως ο καλύτερος χώρος υποδοχής για τα περιφερόμενα θεατρικά ή και μουσικοχορευτικά σχήματα.

Εκτός όμως των θιάσων είχε ήδη αρχίσει με ιδιαίτερα γρήγορους και δυναμικούς ρυθμούς να αποκτά φίλους ο – βουβός για την εποχή εκείνη – κινηματογράφος. Ο Περιστέρης Κωστόπουλος δεινός επιχειρηματίας διέβλεψε εξ’ αρχής το μέλλον που είχε ο κινηματογράφος και κινήθηκε άμεσα. Έστησε ένα πανί στηριγμένο σε δύο κολώνες προς την πλευρά της Μεραρχίας και μ’ ένα πρωτόγονο για τα σημερινά δεδομένα μηχάνημα προβολής άρχισε να προβάλλει κινηματογραφικές ταινίες. Για την προβολή των ταινιών δεν υπήρχε χρηματικό αντίτιμο αλλά το κέρδος του ήταν μεγάλο, αφού με τον τρόπο αυτόν εξασφάλιζε τη συνεχή διεύρυνση της πελατείας του.

Το κινηματοθέατρον ΚΡΟΝΙΟΝ

Η μεγάλη ανταπόκριση των Σερραίων στην τέχνη του κινηματογράφου, αλλά και οι μεγάλες προοπτικές που διαφαίνονταν, ωθούν τον Κωστόπουλο στην απόφαση να προχωρήσει στην κατασκευή κινηματογραφικής αίθουσας στον προαύλιο χώρο του καφενείου του και συγκεκριμένα εκεί που δίνονταν οι θεατρικές παραστάσεις.

Όμως η υλοποίηση αυτού του τόσο φιλόδοξου σχεδίου προϋπόθετε πολύ μεγάλα χρηματικά κεφάλαια, τα οποία ο Περιστέρης Κωστόπουλος δεν διέθετε. Έτσι αποφάσισε να συνεργαστεί για την ευδοκίμηση του όλου εγχειρήματος με τους Νίκο Κασάπη στην αρχή και Νίκο Κανάκη στη συνέχεια. Ο πρώτος νέος ακόμη σε ηλικία βρέθηκε με πολλά χρήματα στα χέρια εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του αδελφού του, που είχε εγκατασταθεί στην Αμερική όπου και έκανε αξιόλογη περιουσία. Ο δεύτερος ήταν εστιάτορας και η δουλειά αυτή τα χρόνια εκείνα ήταν από τις πλέον προσοδοφόρες. Οι δύο αυτοί συνεργάτες του Κωστόπουλου θα έμπαιναν στην κινηματογραφική επιχείρηση ως συνεκμεταλλευτές. Ο ίδιος ο Κωστόπουλος βοηθήθηκε οικονομικά και από τον Αντώνη Αναστασίου άνδρα της αδελφής του Δόμνας. Η αδελφή του ήρθε στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή και στη συνέχεια με το συζυγό της Αντώνη μετανάστευσαν στην Αμερική.

Την εργολαβία του κινηματογράφου ανέλαβε ο αυστριακός μηχανικός Reiser, που διέμενε εκείνη την περίοδο στις Σέρρες και που είχε ήδη στο ενεργητικό του την ανέγερση αρκετών αρχοντόσπιτων της ανερχόμενης αστικής τάξης των Σερρών.

Το νέο αυτό κτίσμα αποτέλεσε ένα τεχνολογικό επίτευγμα αφού κατασκευάστηκε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου με μπετόν (το υλικό αυτό είχε μπει στην ελληνική αγορά, μόλις λίγα χρόνια πριν και η χρήση του απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και τεχνική). Πέραν αυτού η αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία και η άψογη λειτουργικότητά του καθιστούσαν τον κινηματογράφο αληθινό «κόσμημα» όχι μόνον για τις Σέρρες αλλά για όλη την Ελλάδα.

Το πιο καινοτόμο όμως τεχνολογικό επίτευγμα που μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να προκαλεί έκπληξη ήταν η μετακίνηση της οροφής, που μπορούσε να καταστήσει τον κινηματογράφο, ανά πάσα ώρα, ημιθερινό. Στην οροφή υπήρχε ηλεκτροκίνητος μηχανισμός που συνδέονταν με συρματόσχοινα. Με το πάτημα ενός κουμπιού τα συρματόσχοινα τραβούσαν τη σκεπή (ξύλινη με επίστρωση πισσόχαρτου), η οποία σύρονταν πάνω σε δύο ράγες που απλώνονταν κατά μήκος της οροφής. Με αυτόν τον τρόπο η σκεπή έρχονταν προς την πλευρά της πρόσοψης του κινηματογράφου ελευθερώνοντας ένα μέρος της αίθουσας. Ο ηλεκτροκίνητος μηχανισμός αντικαταστάθηκε μεταπολεμικά με χειροκίνητη μανιβέλα, ενώ την ίδια χρονική περίοδο περιορίστηκε σημαντικά και η χρήση του. Στη δεκαετία του 1970 καταργήθηκε εντελώς η συρόμενη σκεπή και αντικαταστάθηκε με άλλη περισσότερο στέρεα και ανθεκτική στις καιρικές συνθήκες.

Είναι χαρακτηριστική η έκπληξη και ο θαυμασμός, έτσι όπως αποτυπώνονταν στα πρόσωπα των ηθοποιών των διαφόρων θεατρικών σχημάτων που κατά καιρούς φιλοξενούνταν στο ΚΡΟΝΙΟ, καθώς πρώτη φορά έβλεπαν έναν τέτοιο «ναό του θεάματος» σε μια ακριτική πόλη σαν αυτή των Σερρών.

Η τελετή των εγκαινίων έγινε σε πανηγυρική ατμόσφαιρα το 1931, ενώ την έναρξη των δραστηριοτήτων του κινηματοθέατρου έκανε ο πολύ γνωστός θίασος Βεάκη

Περιγραφή των χώρων του κινηματοθέατρου

Το δάπεδο της αίθουσας ήταν κατασκευασμένο από ξύλο για να εξασφαλίζεται καλύτερη θέρμανση. Ήταν επίπεδη (και όχι κεκλιμένη όπως συνηθίζεται) για να μπορεί να φιλοξενεί και άλλες ψυχαγωγικού τύπου εκδηλώσεις. Όταν διοργανώνονταν χοροί απομακρύνονταν οι καρέκλες της αίθουσας (ήταν ξύλινες «δεμένες μεταξύ τους με σανίδια για να μη μετακινούνται εύκολα) και τοποθετούνταν νέες καρέκλες και τραπέζια για την εξυπηρέτηση του κοινού. Με τον τρόπο αυτό η αίθουσα του κινηματογράφου μετατρέπονταν σε κέντρο διασκέδασης.

Λίγο πριν τον πόλεμο τοποθετήθηκαν νέες ξύλινες πολυθρόνες, ειδικά κατασκευασμένες για κινηματογράφους, οι οποίες και θα παραμείνουν στην αίθουσα για πολλά χρόνια. Η επόμενη αλλαγή των καθισμάτων θα γίνει μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και αυτό λόγω της δημιουργίας της νέας ανταγωνιστικής αίθουσας των «Αστεριών» ακριβώς απέναντι από το  ΚΡΟΝΙΟ.

Μπροστά ακριβώς από τη σκηνή υπήρχε ένα κοίλωμα σε σχήμα ημικυκλίου όπου «φιλοξενούνταν» οι μουσικοί που συνόδευαν (τουλάχιστον στην αρχή) την προβολή των βουβών ταινιών. Επίσης από τον ίδιο χώρο – όπου υπήρχε μόνιμα εγκαταστημένο ένα πιάνο – οι μουσικοί έπαιζαν κατά τη διάρκεια των διάφορων μουσικοχορευτικών εκδηλώσεων που διοργανώνονταν στην αίθουσα. Ο χώρος αυτός καταργήθηκε και τσιμεντοστρώθηκε μαζί με το σύνολο του δαπέδου της αίθουσας αμέσως μετά τον πόλεμο.

Μια πανέμορφη βελούδινη αυλαία έπεφτε πάνω στη σκηνή, η οποία και μετακινούνταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Μπροστά στη σκηνή υπήρχε το υποβολείο το οποίο επικοινωνούσε με το χώρο του μηχανοστασίου. Δεξιά και αριστερά της σκηνής υπήρχαν αντίστοιχα από δύο καμαρίνια. Οι χώροι αυτοί (πλην του υποβολείου) διατηρούνται μέχρι σήμερα, με ιδιαιτέρως εμφανή τα σημάδια της φθοράς του χρόνου.

Στον εξώστη του κινηματογράφου υπήρχε (και υπάρχει) η καμπίνα προβολής η βλέπει σ’ ένα μικρό φεγγίτη για τον εξαερισμό του χώρου. Πίσω ακριβώς από την καμπίνα υπάρχουν δύο μικρά δωμάτια στα οποία διέμενε ο Περιστέρης Κωστόπουλος με τη σύζυγό του. Γι’ αυτούς ο χώρος της δουλειάς τους ήταν και η μόνιμη κατοικία τους. Ένας μικρός φορητός νεροχύτης ικανοποιούσε κάποιες από τις ανάγκες τους, ενώ η μία από τις δύο τουαλέτες του εξώστη είχε γίνει το ατομικό τους μπάνιο. Για κουζίνα χρησιμοποιούσαν το καφενείο. Μπροστά από την πόρτα του δωματίου υπάρχει μια πολύ όμορφη φιδωτή ξύλινη σκάλα που οδηγεί στην οροφή.

Σ’ ότι αφορά στην είσοδο του κινηματογράφου, τα δύο ταμεία που υπάρχουν σήμερα κατασκευάσθηκαν μεταπολεμικά. Αρχικά τα εισιτήρια εκδίδονταν από παράθυρο που άνοιγε στο μικρό γραφείο του Κωστόπουλου, που βρίσκεται σήμερα δεξιά της εισόδου. Τέλος για καπνιστήριο χρησίμευε ο μπουφές του σημερινού καφέ ουζερί που λειτουργεί παραπλεύρως του κινηματογράφου. Οι δύο αυτοί χώροι επικοινωνούσαν με εσωτερική πόρτα.

Ο «ΕΣΠΕΡΟΣ»

Το 1938 ο Περιστέρης Κωστόπουλος επεκτείνοντας ακόμη περισσότερο τις επαγγελματικές του βλέψεις προχωρά σε συνεργασία (συνιδιοκτησία) με τον Κασάπη ( ο Κανάκης, o έτερος συνεκμεταλλευτής - είχε ήδη αποχωρήσει) στην κατασκευή του θερινού κινηματογράφου «ΕΣΠΕΡΟΣ».

Ο κινηματογράφος αυτός βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών Μεραρχίας και Σπετσών.

«Τον καιρό εκείνο ο «ΕΣΠΕΡΟΣ» μαζί με το «Παγοποιείο» και το κινηματοθέατρο «ΔΙΟΝΥΣΙΑ» αποτελούσαν τη βιτρίνα της συνοικίας Καλκάνη, επί της Μεραρχίας. Στο ίδιο ύψος περίπου ύψος βρισκόταν οι θερινοί κινηματογράφοι «ΡΕΞ» και «ΤΙΤΑΝΙΑ», καθώς και το προσφιλέστατο για τους Σερραίους κέντρο διασκέδασης του «ΚΑΡΕΚΛΑ». Ο «ΕΣΠΕΡΟΣ» όπως και οι περισσότεροι θερινοί κινηματογράφοι είχε μαντρότοιχο κατασκευασμένο με τούβλα και ενδιαμέσως μικρά κενά. Πάνω στην επιφάνεια των τούβλων ήταν τοποθετημένα κάθετα παρτέρια όπου στηρίζονταν αναρριχητικά φυτά» (Σταύρος Κοταμανίδης, «Πανσερραϊκό ημερολόγιο»).

Η ξύλινη σκηνή του κινηματογράφου, καλύπτονταν από μεγάλο σκέπαστρο, ενώ διέθετε και μεγάλο υπόγειο χώρο που χρησίμευε ως αποθήκη.

Η συγκεκριμένη επιχειρηματική πρωτοβουλία των Κασάπη, Κωστόπουλου, κρίθηκε αναγκαία, καθώς οι θερινοί κινηματογράφοι γνώριζαν μεγάλες δόξες την εποχή εκείνη (και μεταπολεμικά βέβαια). Η εναλλακτική λύση που προσέφερε το «ΚΡΟΝΙΟ» με τη συρόμενη οροφή του, δεν ήταν σε θέση να υποκαταστήσει την απλοχωριά και την μοναδική άνεση που προσέφερε η θέαση μιας ταινίας κάτω από τον έναστρο ουρανό και σ’ ένα περιβάλλον που θύμιζε περίβολο εξοχικής κατοικίας. 

Β’ παγκόσμιος πόλεμος

Ο Κωστόπουλος στη Αθήνα

Λίγες μόνον ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου ο Περιστέρης Κωστόπουλος, διαισθανόμενος την επικινδυνότητα της κατάστασης και τρομοκρατημένος μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας καθόδου των Βουλγάρων στις Σέρρες (ήταν νωπές ακόμη οι μνήμες του από τη μαρτυρική διαβίωσή του στη Βουλγαρία κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου), εγκαταλείπει όπως – όπως τις Σέρρες και καταφεύγει στην Αθήνα με τη σύζυγό του. Όλα τα περιουσιακά του στοιχεία μένουν στην πόλη. Στην Αθήνα έζησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής. Διέμεναν σε μια πανάθλια θεοσκότεινη σοφίτα, περνώντας στιγμές απόλυτης ένδειας και εξαθλίωσης. Παράλληλα και για πρώτη φορά άρχισε να υποφέρει από συνεχή συμπτώματα γαστρορραγίας. Αν κατάφεραν να διασωθούν το όφειλαν σε κάποιους από τους επαγγελματικούς του συνεργάτες (από το χώρο των κινηματογραφικών επιχειρήσεων) που κατάφεραν και τον τοποθέτησαν διαχειριστή συσσιτίου.

Το ΚΡΟΝΙΟ όπως άλλωστε και το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων περιήλθαν στους Βουλγάρους, ενώ ο κινηματογράφος λειτούργησε υπό τη σκέπη κάποιας μορφωτικής βουλγάρικης εταιρείας.

Την περίοδο της κατοχής ο Κασάπης (συνεκμεταλλευτής του ΚΡΟΝΙΟΥ) εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και δούλεψε σε διάφορους κινηματογράφους. Φεύγοντας από την πόλη πήρε μαζί του το πιάνο, τη μηχανή προβολής και είδη πρώτης ανάγκης από το καφενείο.

Μετά την απελευθέρωση

Αμέσως μετά την απελευθέρωση ο Κωστόπουλος επανέρχεται στις Σέρρες και στις επιχειρήσεις του και ζητά τη λύση της συνεργασίας με τον Νίκο Κασάπη. Οδηγούνται σε διακανονισμό και μοιράζουν το σύνολο της περιουσίας. Για τον «ΕΣΠΕΡΟ» αποφασίζουν την εκ περιτροπής λειτουργία του στους θερινούς μήνες. Ο Κασάπης εγκαθίσταται εκ νέου στη Θεσσαλονίκη και βιοπορίζεται με την εκμετάλλευση διάφορων συνοικιακών κινηματογράφων.

Από το 1950 και μετά η συνολική διαχείριση των κινηματογραφικών επιχειρήσεων περνά εξ’ ολοκλήρου στον κ. Κώστα Μάρκου που έχει και την ευθύνη της απόδοσης των εσόδων τόσο στον Κωστόπουλο, όσο και στον Κασάπη.

Οι κινηματογράφοι τα χρόνια εκείνα θα γνωρίσουν πραγματικές δόξες, αφού με φθηνό εισιτήριο προσφέρουν το όνειρο και τη φαντασίωση σ’ έναν λαό που μόλις βγήκε από τη φρικτή κατοχή και τον αμείλικτο αδελφοκτόνο πόλεμο.

Την ίδια περίοδο θα εγκαταλείψει την πόλη και ο Κωστόπουλος και θα εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα. Αιτία τα σοβαρά προβλήματα υγείας που επιβαρύνονταν και από το άσχημο κλίμα (την υψηλή κυρίως υγρασία) της πόλης μας.

Παρά το γεγονός αυτό δεν θα πάψει μέχρι το τέλος της ζωής του να ασχολείται ενεργά με την πορεία των επιχειρήσεών του. Δεν ήταν, μάλιστα,  λίγες οι φορές που επέλεγε τους καταλόγους των ταινιών που θα προγραμματίζονταν για τη σεζόν, ενώ είναι χαρακτηριστικό πως διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους περισσότερους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνταν στο χώρο του κινηματογράφου. Ένας από αυτούς ήταν ο Δαμασκηνός, ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης κινηματογραφικής εταιρείας εκείνων των χρόνων.

Η διαθήκη του

Το 1957 συντάσσει τη διαθήκη του, σύμφωνα με την οποία παραχωρεί την επικαρπία του συνόλου των περιουσιακών του στοιχείων στη γυναίκα του και την κυριότητα  αυτών στο Γηροκομείο Σερρών.

Ήταν ομολογουμένως μία ιδιαιτέρως γενναιόδωρη ενέργεια (άξια τιμής και θαυμασμού) που αποτέλεσε τη συνέχεια σειράς σημαντικών ευεργετημάτων σε διάφορες εκκλησίες και που αναμφισβήτητα τον καθιστούν ως έναν από τους μεγαλύτερους ευεργέτες των Σερρών.

Ο Κωστόπουλος πεθαίνει στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου του 1959. Η σύζυγός του θα συνεχίσει να παρακολουθεί τη πορεία των επιχειρήσεών του καθιστώντας με νέο πληρεξούσιο, διαχειριστή αυτών των κ. Μάρκου.

Η Βασιλική πεθαίνει στην Αθήνα το 1967 και από τότε το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του Κωστόπουλου περιέρχεται στη δικαιοδοσία του Γηροκομείου Σερρών.

Αντί επιλόγου

Γύρω από τη ζωή και την επιχειρηματική δραστηριότητα του Περιστέρη Κωστόπουλου γράφηκε ένα μεγάλο κομμάτι της νεώτερης Ιστορίας του τόπου μας. Κομμάτι που σχετίσθηκε άμεσα με την διασκέδαση, τη ψυχαγωγία, την ξενοιασιά, το όνειρο… Ο Κωστόπουλος ξεκίνησε με ένα μικρό καφενείο και κατάφερε με πολύ δουλειά, επιμονή, διορατικότητα, αποφασιστικότητα, δυναμισμό και επιχειρηματική δεινότητα να πετύχει όσα λίγοι συμπολίτες μας έχουν καταφέρει. Παρότι τα χρόνια κάθε άλλο παρά εύκολα ήταν, πάλεψε και πέτυχε.

Δεν νομίζουμε πως οι συμπολίτες μας τίμησαν επαρκώς τον Περιστέρη Κωστόπουλο, ούτε δυστυχώς υπήρξαν πολλοί που «παρακινήθηκαν εις παρομοίας πράξεις φιλαλληλίας», όπως αυτή της δωρεάς του.

Το λιγότερο, λοιπόν, που θα επιβάλλονταν να κάνουμε ως δημότες αυτής της πόλης είναι να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη μας (και τη μνήμη του), μέσα από τη διατήρηση και ανάδειξη τόσο του κινηματογράφου όσο και του περιβάλλοντος χώρου αυτού. Το ΚΡΟΝΙΟ εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να «εξυμνεί» το όνειρο και ταυτόχρονα να «αφηγείται» ένα κομμάτι της Ιστορίας του τόπου μας, ένα κομμάτι της ζωής μας. Αυτό ακριβώς το κομμάτι οφείλουμε στο όνομα των επιγόνων και των απογόνων μας να το κρατήσουμε ζωντανό.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Designed by CompuLogic Hellas
CompuLogic Hellas and CompuLogic Hellas